8 ώρες: 4 πμ με 12 το μεσημέρι του Σαββάτου

Ξύπνησα στις 4 τα ξημερώματα με όλα τα συμπτώματα της ημικρανίας και τα πρώτα decibel του πόνου να χτυπάνε στο κεφάλι μου. Σε αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει περιθώριο για δισταγμούς. Θέλουμε το χάπι μας και το θέλουμε τώρα. 

Ώσπου να με πιάσει, προσπαθώ να αδειάσω το κεφάλι μου από οτιδήποτε και να κοιμηθώ να μην νιώθω. Φυσικά είναι αδύνατο. Θυμάμαι τη γιατρό με τα ομοιοπαθητικά πριν καμμιά δεκαριά χρόνια. Για να το αντιμετωπίσουμε λέει, για αρχή, στην κρίση δεν παίρνουμε παυσίπονα. Με το που το είπε αυτό κατάλαβα ότι είχα απέναντί μου ένα άτομο που μπορεί να ήξερε τη δουλειά του και τι είναι ημικρανία αλλά δεν την είχε νιώσει ποτέ.

Ο χρόνος roll back. Είμαι 17 χρονών και ήδη κλείνω 5 χρόνια με ημικρανίες. Φριχτή κατάσταση μιας και προσπαθώ να τις ανακουφίσω με ασπιρίνες και lonarid. Σε κάθε κρίση καταλήγω με ήπια δηλητηρίαση από τα χάπια που δεν κάνουν τίποτα, ακόμα και σε ποσότητες δόσης ίση με την ημερήσια. Πολλές φορές με πιάνει πονοκέφαλος χωρίς να έχω κανένα παυσίπονο. Επαρχία και φαρμακείο μόνο στην πρωτεύουσα  του νομού.

Αντιμετώπιση ημικρανίας χωρίς χάπια. Με μισόκλειστα μάτια για να μη βλέπω πολύ φως, ψάχνω τρόπο να σταματήσω το σφυροκόπημα. Πετσέτα και μέσα τυλιγμένα παγάκια εκεί που σφυροκοπάει ο πόνος. Ψύξη εξασφαλισμένη, η ημικρανία πάντα εκεί. Η πίεση δε σταματάει με τίποτα. Σκέφτομαι τρελά πράγματα ενώ ο πόνος αγγίζει τα όρια του αφόρητου. Λύση απελπισίας αλλά πρέπει να φύγει αίμα, να σταματήσει η πίεση και ο πόνος σε κάθε χτύπο της καρδιάς.

Η αποθήκη ήταν με τσιμεντόλιθους. Αρχίζω και χτυπάω μπουνιές στην τραχιά τους επιφάνεια μέχρι που έγιναν κατακόκκινοι. Ο πόνος στο κεφάλι συνεχίζει να είναι πιο δυνατός από τον πόνο στο χέρι. 25 χρόνια μετά τα σκούρα σημάδια που υπάρχουν ακόμα στο χέρι μου θυμίζουν εκείνη τη μέρα, εκείνο τον πόνο και αυτή μου λέει «χωρίς παυσίπονο, δεν μπορεί νάναι τόσο δυνατός, πρέπει να μάθεις να αντέχεις στον πόνο». Σκέφτομαι πως πέρασα 2 γέννες χωρίς παυσίπονο, ραγισμένα πλευρά, εξαγωγή δοντιού, ραψίματα χωρίς καν μια ένεση γιατί δεν τις θέλω, χωρίς καν ένα depon γιατί δεν παίρνω για τίποτα άλλο φάρμακα και της λέω: «Μάλλον δεν έχω αντοχές» και δεν ξαναπάω. Δεν είχε ιδέα γιατί πράγμα της μιλούσα.

Κοιμάμαι για τρεις ώρες και ξυπνάω στις 7. Μια στιγμή μεταξύ ανυπαρξίας και συνείδησης. Το νοητικό ισοδύναμο της ερευνητικής ματιάς στο χώρο, αλλά μέσα στο κεφάλι μου. Δεν πονάω. Είμαι μουδιασμένη. Ξαφνική έκρηξη ευτυχίας. Δεν θέλω να κοιμηθώ ξανά. Θέλω να απολαύσω την «αναβολή για την ορχήστρα». Ανασηκώνομαι αλλά είμαι ακόμα ζαλισμένη. Φτιάχνω τα μαξιλάρια και παίρνω το βιβλίο από το κομοδίνο μου. Μια μανιοκαθλιπτική και μια γιατρός, ποιά είναι ποιά άραγε μιας και οι ρόλοι αλλάζουν χωρίς να παίρνεις χαμπάρι την αλλαγή, συζητάνε. Το πρώτο βιβλίο της Μαργαρίτας που διάβασα, ήταν Ο υπνοβάτης. Μετά από αυτό, όπου έβλεπα το όνομά της, ήταν το επόμενο βιβλίο που θα διάβαζα.

Χάθηκα στις σελίδες του Μήπως; μέχρι τις 8. Σηκώθηκα και έριξα λίγο νερό στο πρόσωπό μου. Στην κουζίνα, στη μέση ακριβώς του χώρου που είναι κάτι ανάμεσα σε κουζίνα και χώρος με τηλεόραση, βρίσκεται ένα ημίδιπλο κρεββάτι και ένα ράντσο κολλητά. Πάνω τους κοιμούνται 3 νεαρά άτομα. Τα κοιτάζω με τρυφερότητα. Είναι και τα τρία στην ίδια στάση, το ένα δίπλα στο άλλο. Δεν πάνε στο δωμάτιο, κοιμούνται εκεί για νάναι όλα μαζί. 10, 12, 19, παιδιά και ανηψιά στην ίδια στάση.

Roll back 30 χρόνια πίσω αυτή τη φορά. Το σπίτι μας στο χωριό. Το παλιό. Ούτε 60 τετραγωνικά. Ζούσαμε εκεί τυπικά 8 άτομα. Ουσιαστικά κανείς δεν ήξερε. Πάντα κάποιοι ακόμα θα υπήρχαν. Θείοι, ξαδέρφια, φίλοι των γονειών μου, γνωστοί… Όποιος βρίσκονταν εκεί το βράδυ σπάνια δεν έμενε για φαγητό, ότι υπήρχε και το ίδιο σπάνια για ύπνο. Δεν έγινα ποτέ καλή νοικοκυρά. Γι αυτό δεν με νοιάζει ποιοί και πόσοι θα φάνε το φαγητό μου. Όποιοι βρεθούν εκεί όταν τρώμε. Ποτέ δεν έχω ένα συγυρισμένο σπίτι. Στον καναπέ πάντα βρίσκεται στην άκρη μια κουβέρτα και ένα μαξιλάρι. Γι όποιον βρεθεί εκεί το βράδυ. Για όποιον δεν είναι σε θέση να φύγει. Για όλους.

Τα κοιτάζω με τρυφερότητητα. Είναι τόσο γαλήνια. Και τα τρία τους. Με πιάνει μια διάθεση να αρχίσω να τα κλωτσάω. Ξεκολλάω από τους συναισθηματισμούς. Αδειάζω τα πιάτα από το πλυντήριο και το γεμίζω με ότι έχει απομείνει στον πάγκο της κουζίνας. Φτιάχνω καφέ. Βαθμός αθλιότητας 7, με βαθμό αδειάσματος στο νεροχύτη το 10. Τον «πέτυχα» και σήμερα, ευτυχώς που έχω πάθει ανοσία. Βάζω στο τραπέζι της κουζίνας τον καφέ και φέρνω το laptop. Βάζω μια κατσαρόλα νερό να βράζει για τα μακαρόνια και ρίχνω στο κατσαρολάκι τον κιμά. Προσπαθώ να μην κάνω θόρυβο. Πετάω τα σκουπίδια. Ανακατεύω τον κιμά, βάζω μπαχαρικά και ρίχνω τη ντομάτα και τα μακαρόνια.

Κάθομαι στον υπολογιστή. 3-4 επισκέψεις στα δικτυακά μου σπίτια έτσι να δω τι γίνεται, λίγο χάζεμα εδώ και εκεί, ανακατέματα, συμπληρώματα, ρυθμίσματα της έντασης της θερμοκρασίας, αλλαγές θέματος και πειράματα στην εμφάνιση του klikr, με πιάνει που και που ακόμα να παίζω με θεματάκια, μια ματιά στα rss… Βαριέμαι να τα διαβάσω. Τα μακαρόνια έτοιμα. Στραγγίζω και αδειάζω στο ταψί. Έχω μισή σχεδόν ώρα ελεύθερη μέχρι να γίνει ο κιμάς. Κοιτάζω φωτογραφίες. Μερικές είναι μαγικές. Ζηλεύω αυτούς που έχουν το χάρισμα να τις τραβάνε. Να βλέπουν τέτοια πράγματα εκεί που εμείς οι υπόλοιποι βλέπουμε ρουτίνα.

Παλιά, όταν έφτιαχνα παστίτσιο, έκανα παράλληλα και compile σε δικό μου kernel. Τρέχοντας 2 threads στην παρασκευή του παστίτσιου (παράλληλη εκκίνηση βρασίματος μακαρονιών και κιμά και με το τελείωμα και την τοποθέτηση στο ταψί των μακαρονιών εκκίνηση της παρασκευής της μπεσαμέλ, η οποιά ήταν έτοιμη μαζί με τον κιμά), χρειαζόμουν 45 λεπτά για να είναι έτοιμο το φαγητό να μπει στο φούρνο. Τόσο χρειαζόταν και το make bzImage στον pentium III που είχα. Τώρα απλά σπαταλιέμαι στο internet.

Στις 10 το φαγητό μπήκε στο φούρνο. Τα παιδιά δεν κατάλαβαν τίποτα, κοιμούνται ακόμα. Το ξενυχτάνε βλέποντας ταινίες, μιλώντας στο msn και κάνοντας πλάκα μεταξύ τους. Είναι ελεύθερα να κοιμηθούν όποτε θέλουν. Κρατάω ώρα και αρχίζω τη μεταφορά των απαραίτητων έξω, ανάμεσα στα δέντρα. Laptop, καφές και νερό. Έξω έχει δροσιά και είναι όμορφα. Μαζεύω τα απλωμένα ρούχα που έπρεπε νάχα μαζέψει από χθες. Ή μήπως ήταν προχθές;

Σκέφτομαι να κοιτάξω ώρες παραστάσεων για να πάμε να δούμε σινεμά. Κάποιο παιδικό, όλοι μαζί. Δε γουστάρω υψηλή διανόηση και βαρύγδουπα μυστικά ζωής από ανθρώπους πιο δυστυχισμένους από μένα. Ούτε παράνοια και τολμηρές κινήσεις από ανθρώπους λιγότερο παρανοϊκούς ή πιο φοβιτσιάρηδες από μένα. Προτιμώ να βλέπω σκίουρους να κυνηγάνε βελανίδια, είναι πιο αληθινό. Τουλάχιστον αυτοί δεν προσπαθούν να μου περάσουν κάτι που δεν βγήκε ούτε σε αυτούς. Απλά κάνουν την πλάκα τους ή ακολουθούν το ένστικτό τους.

Λίγο πριν τις 11 το φαγητό είναι έτοιμο. Τα ρούχα μαζεμένα, όχι διπλωμένα βέβαια, ίσως αύριο, ίσως μεθαύριο και γω έτοιμη και ήρεμη να αρχίσω να απολαμβάνω τη μέρα. Κάνω ένα έλεγχο ακόμα σε κάθε γωνιά του κεφαλιού μου. Μουδιασμένο ναι αλλά δεν πονάω. Ωραία. Βάζω ένα αναψυκτικό και μια μπύρα. Μπύρα 11 το πρωί; Δεν πάω καλά. Αράζω με τον καφέ μου τα νερά μου, τα αναψυκτικά και τη μπύρα μου κάτω από τα δέντρα. Έχω ότι μπορεί να θελήσω, ασφαλής.

Αρχίζει και ζεσταίνει. Τζιτζίκια ακούγονται από παντού. Τα παιδιά αρχίζουν και ξυπνάνε. Αεράκι φυσάει. Φέρνω και το βιβλίο, δεν έχω όρεξη για υπολογιστή. Σκέφτομαι να κάνω ένα τηλέφωνο να δω τι κάνει η μάνα μου. Πιστεύει πως αν δεν φοβόμουν τόσο τις ενέσεις, θα είχα γίνει το μεγαλύτερο junkie. Μπορεί και νάχει δίκιο.  Θα πάρω αργότερα.

Ανοίγω το βιβλίο. Τραβάω το σελιδοδείκτη. Στο πάνω μέρος του μια ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός τύπου. Από κάτω: «Τι είναι να ληστέψεις μια τράπεζα μπροστά στο να την ιδρύσεις;»   Bertolt Brecht 1898 – 1956. Πίνω μια γουλιά καφέ και μια μπύρα. Είμαι ανώμαλη σκέφτομαι, μα μεσημέριασε και όλα είναι εντάξει. Ο μεγάλος μου πιτσιρίκος έρχεται και αράζει σε μια καρέκλα δίπλα μου. Διαβάζει Το σμήνος. Κοιτάω το βιβλίο μου. Η τελευταία σκέψη πριν βυθιστώ στο διάβασμα είναι πως ίσως αργότερα γράψω γι αυτά. Έτσι για να δω πως φαίνονται στην οθόνη.

Advertisements

3 thoughts on “8 ώρες: 4 πμ με 12 το μεσημέρι του Σαββάτου

  1. Δεν ήξερα τόσα για την ημικρανία, έχω και εγώ κάποιους πονοκεφάλους αλλά έρχονται από το πίσω μέρος και ένα depon τον εξαφανίζει, άρα δεν έχω ημικρανίες, σημαντική ανακάλυψη .. (Καθότι σε γιατρούς δεν συχνάζουμε, έτσι;)

    Λοιπόν, στην οθόνη φαίνονται θαυμάσια αυτά που γράφεις, μόνο που κάθε φορά που σε διαβάζω, δυσκολεύομαι αργότερα να ανακαλέσω ποιο ήταν το θέμα του κειμένου σου. Απλά πλέω μέσα από τις καταστάσεις και κυρίως τις σκέψεις.
    Αλήθεια το λες, με την σημερινή τεχνολογία, ο χρόνος του compile έγινε καλύτερος, ο χρόνος μαγειρέματος όμως έμεινε στάσιμος. Μήπως πρέπει κάποιος να κάνει κάτι για αυτό;

    • Το θέμα με τα θέματά μου είναι πως σπάνια υπάρχει θέμα.

      Γράφω αυτόματα. Ξεκινάω με μια λέξη ή σκέψη και αφήνω τις λέξεις σα νερό να βγαίνουν και να κυλάνε. Ανάλογα σε τι εμπόδια/σκέψεις θα σκοντάψουν, αλλάζει και η ροή. Μπορεί να φτάσουν κάπου ή μπορεί να χαθούν σε αμμώδη εδάφη. Όπως πάει και όπου. Σε όλες τις περιπτώσεις, χωρίς πρακτική ή αισθητική αξία για οποιονδήποτε το διαβάζει και άνετα μπορεί να αγνοηθεί.

      Από την άλλη το πείραμα εξακολουθεί να με «κρατάει» οπότε το συνεχίζω. Κάποιες φορές το βλογ το χρησιμοποιώ σαν μαύρο κουτί, κάποιες σα βαλβίδα ασφαλείας και κάποιες άλλες σα χρονομηχανή. Γι αυτό και θέματα σαν και τούτο έχουν το κατατοπιστικό tag: «ότι θυμάμαι χαίρομαι» 😉

  2. fog! Τώρα έχουμε τα Lonarid N. God bless codeine :P. Είναι το μόνο που με πιάνει, μιας και απ’ ό,τι φαίνεται έχω αποκτήσει ανοσία στο mesulid… :secret: 😛

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s